To Σάββατο 28 Φεβρουαρίου, στο Σύνταγμα, πραγματοποιήθηκε μια συγκέντρωση μνήμης για τα τρία χρόνια από το σιδηροδρομικό δυστύχημα στα Τέμπη, με συμμετοχή συγγενών των θυμάτων, εργατικών οργανώσεων και πολιτών. Η ημέρα σημαδεύτηκε από μια έντονη ένταση όταν η Μαρία Καρυστιανού, μητέρα θύματος και πρώην πρόεδρος του συλλόγου οικογενειών, δεν μπόρεσε να μιλήσει από το βήμα, παρά τις προετοιμασίες και την πρόθεσή της.
Σύμφωνα με δηλώσεις της και αναφορές σε μέσα ενημέρωσης, η Καρυστιανού είχε ετοιμάσει ομιλία και ήθελε να εκφράσει τον αγώνα της για δικαιοσύνη. Ωστόσο, το πρόγραμμα των ομιλιών ήταν κλειστό, και τελικά αποχώρησε χωρίς να της δοθεί ο λόγος. Άλλοι συγγενείς υποστήριξαν ότι δεν υπήρξε επίσημη απαγόρευση, αλλά ο χρόνος ήταν περιορισμένος και οι ομιλίες πολλές.
Παρά τα επίσημα στοιχεία, η εικόνα που προκύπτει για μένα είναι καθαρή: η σιωπή της Καρυστιανού δεν ήταν τυχαία.
Πρόσωπα που έχουν οικονομικές σχέσεις με την κυβέρνηση — όσοι δανείστηκαν, είδαν τα δάνεια να τους «εκχρεώνονται» ή έλαβαν άλλες χρηματοδοτήσεις — φαίνεται να έπαιξαν ρόλο στην αποτροπή της ομιλίας της. Από πίσω, όπως φαίνεται, κρύβεται η πολιτική ηγεσία και συγκεκριμένα η κυβέρνηση του Κυριάκου , η οποία δεν θέλει να ακουστούν φωνές ανοιχτής κριτικής από τα θύματα και τους συγγενείς τους.
Την φοβάστε κύριοι.
Αν και δεν υπάρχουν επίσημες αποδείξεις για άμεση κυβερνητική παρέμβαση, οι ενδείξεις και τα συμφέροντα που συνδέονται με τα πρόσωπα αυτά δημιουργούν μια ισχυρή υποψία ότι η φίμωση ήταν πολιτικά οργανωμένη. Η περίπτωση της Καρυστιανού αποκαλύπτει πόσο δύσκολο είναι για μια οικογένεια που ζητά δικαιοσύνη να βρει χώρο να μιλήσει ανοιχτά, όταν πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα μπλέκονται στη δημόσια σκηνή.
Το περιστατικό υπενθυμίζει την ανάγκη για διαφάνεια, δημόσιο διάλογο και σεβασμό στον λόγο όσων έχουν υποστεί προσωπική απώλεια — και ταυτόχρονα δείχνει ότι η πολιτική εξουσία μπορεί να επιχειρεί να ελέγχει ποιος έχει το δικαίωμα να μιλήσει σε κρίσιμες κοινωνικές στιγμές.
